Μια φορά και
έναν καιρό, κάπου σε μια μεγαλούπολη, ζούσε ένα οκτάχρονο παιδάκι, ο Προκόπης.
Ο Θεός τού είχε στερήσει την όρασή του από τη στιγμή που γεννήθηκε, όμως τον είχε
προικίσει με μια χρυσή καρδιά. Παρόλο που δεν μπορούσε να δει τον κόσμο γύρω
του, αγαπούσε με όλη του την καρδιά καθετί που τον περιέβαλε: από τα φυτά και
τα ζώα μέχρι τους ανθρώπους. Κάθε μέρα γι’αυτόν ήταν ευκαιρία να ανακαλύψει κάτι
καινούριο και να ευχαριστήσει το Θεό για το δώρο της ζωής που του χάρισε και τα
τόσο όμορφα πράγματα που υπήρχαν γύρω του.
Για τον Προκόπη
η πιο αγαπημένη του ασχολία ήταν να συναναστρέφεται με τα ζωάκια και να συνομιλεί
με αυτά. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, ο ίδιος ένιωθε ότι καταλάβαινε τη γλώσσα
τους και με ένα απαλό χάϊδεμα στην πλατούλα τους μπορούσε να καθησυχάσει κάθε
τους φόβο και να γίνει ο πιο πιστός τους φίλος.
Δέκα τετράγωνα
μακριά απ’τον Προκόπη, στην ίδια μεγαλούπολη, ζούσε ένα άλλο οκτάχρονο αγόρι, ο
Τηλέμαχος. Ο Θεός τού είχε προσφέρει απλόχερα όλα όσα θα έκαναν ένα αγόρι στην ηλικία
του να νιώθει πολύ ευτυχισμένο: ήταν υγιής και όμορφος, είχε δυο γονείς που τον
υπεραγαπούσαν και ικανοποιούσαν κάθε του επιθυμία και κατοικούσε σ’ένα μεγάλο σπίτι
μ’έναν υπέροχο κήπο. Παρόλα αυτά όμως η καρδιά του ήταν σκληρή σαν πέτρα και
τίποτα δεν τον ευχαριστούσε. Συνεχώς ζητούσε νέα πράγματα που μετά από λίγο τα
βαριόταν και ήθελε καινούρια. Το τελευταίο του απόκτημα ήταν ένας σκύλος, που
εμφανίστηκε ως δώρο ένα πρωινό στο σπίτι του Τηλέμαχου, καθώς ο ίδιος παραπονιόταν
συνεχώς στους γονείς του ότι ήθελε μια παρέα για να παίζει.
Όμως ο Τηλέμαχος
κάθε άλλο παρά φρόντιζε το δύστυχο ζωάκι. Τις περισσότερες φορές ξεχνούσε να το
ταΐσει και να του δώσει νερό, ενώ κάθε φορά που έπαιζε μαζί του, το χτυπούσε, ανέβαινε
πάνω του λες και ήταν αλογάκι και γενικά το βασάνιζε και απαιτούσε από αυτό να
του κάνει χίλια δυο πράγματα. Το καημένο το σκυλάκι έκανε υπομονή και έκλαιγε
τα βράδια μόνο του στο σπιτάκι του στον κήπο. Μια μέρα όμως ο Τηλέμαχος τού φέρθηκε
τόσο σκληρά που το πήρε πια απόφαση να το σκάσει από το σπίτι. Προτιμούσε να ζήσει
στο δρόμο ελεύθερο, παρά σε ένα όμορφο σπιτάκι να βασανίζεται. Έτσι, όταν κάποια
στιγμή είδε το πορτάκι του κήπου μισάνοιχτο, άρπαξε την ευκαιρία και βρέθηκε έξω
στο δρόμο. Ήταν ένα ζεστό καλοκαιριάτικο πρωινό του Ιουλίου…
Το ίδιο πρωινό
ο Προκόπης, μιας και δεν είχε σχολείο, αποφάσισε να πάει μαζί με τους γονείς
του στο μικρό μαγαζάκι που είχαν, για να τους βοηθήσει στη δουλειά. Πάντα χαιρόταν
να βοηθάει τους γονείς του και όλοι οι πελάτες τον συμπαθούσαν και ήθελαν εκείνος
να τους εξυπηρετήσει. Όμως εκείνη η μέρα ήταν πολύ ζεστή και έτσι γρήγορα
αποφάσισε να επισκεφτεί το παγωτατζίδικο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από το
μαγαζί των γονιών του. Έπρεπε βέβαια να διασχίσει το δρόμο, αλλά αυτό δεν
αποτελούσε πρόβλημα για εκείνον, καθώς είχε διασχίσει εκείνο το δρόμο τόσες
πολλές φορές που γνώριζε κάθε πόση ώρα το φανάρι γινόταν πράσινο για να περάσει
απέναντι. Έτσι ξεκίνησε για να πάρει το παγωτό του.
Στο μεταξύ ο σκύλος
περιπλανιόταν ακόμα, αλλά εξαιτίας της ζέστης είχε διψάσει πολύ ο καημένος. Ξαφνικά
είδε μπροστά του ένα παγωτατζίδικο και εκεί δίπλα ένα μικρό μπουκάλι με νερό
που μόλις είχε χυθεί από ένα παιδάκι που έβγαινε φουριόζο από εκεί για να φάει
το τεράστιο παγωτό που κρατούσε στο χέρι του. Έτρεξε γρήγορα να πιει για να ξεδιψάσει.
Πριν προλάβει όμως να ακουμπήσει η γλωσσίτσα του το δροσερό νεράκι, παρατήρησε
με την άκρη του ματιού του ένα άλλο παιδάκι να προσπαθεί να διασχίσει το δρόμο
την ώρα που ένα αμάξι ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα για να περάσει, αψηφώντας το κόκκινο
φως που του έδειχνε ο φωτεινός σηματοδότης. Το σκυλάκι παραμέρισε το νερό, έτρεξε
γρήγορα και έπεσε πάνω στο παιδάκι, ρίχνοντάς το στο πεζοδρόμιο, αλλά ταυτόχρονα
σώζοντάς του τη ζωή με το να μην το αφήσει να περάσει το δρόμο. Το παιδάκι αυτό
ήταν ο Προκόπης.
Κόσμος μαζεύτηκε
γύρω από το σκυλί και τον Προκόπη και πολλοί θαύμασαν την αυτοθυσία του ζώου. Ο
Προκόπης χάιδεψε το σκύλο και έπιασε στο σώμα του πληγές. Κατάλαβε αμέσως από
αυτό και από τους ήχους που έκανε ο σκύλος πως κάποιος τον είχε βασανίσει. Κατάλαβε
επίσης ότι διψούσε πολύ. Αμέσως τον πήρε στο μαγαζί των γονιών του, του έδωσε
να πιει δροσερό νεράκι, του έβαλε φαγητό να φάει και ο σκύλος με τα γλειψίματά
του και τη συμπεριφορά του έδειξε πως ήθελε να μείνει για πάντα με αυτό το παιδάκι.
Ο Προκόπης το κατάλαβε αμέσως και αγάπησε πολύ το σκυλάκι στο οποίο έδωσε το όνομα
Σωτήρης, μιας και τον είχε σώσει από το αμάξι.
Το μόνο που ανησυχούσε
τον Προκόπη ήταν μήπως ο ιδιοκτήτης του κάποια στιγμή τον αναζητούσε, όμως ο Τηλέμαχος
ούτε που νοιάστηκε για την απουσία του σκύλου του, που την κάλυψε με πολλά παιχνίδια
και ένα ολοκαίνουριο ποδήλατο, αφήνοντας τα αντικείμενα να γεμίζουν την καρδιά
του με πρόσκαιρη ικανοποίηση, αλλά να την αδειάζουν από αγάπη.
Έτσι ο Προκόπης
βρήκε έναν πιστό φίλο, αλλά και ένα φύλακα-άγγελο που τον προστάτευε από τυχόν κινδύνους
και τον συνόδευε σε κάθε του βήμα. Αλλά και ο Σωτήρης είχε πλέον ένα θαυμάσιο αφεντικό
που τον φρόντιζε και πάντα τον αγαπούσε. Και έζησαν μαζί ευτυχισμένοι για πολλά
πολλά χρονιά…
Κυριακή Μ.
Βασάλου, φιλόλογος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου