Μόρφωση  του  π-νεύματος  ή  του  χρηματο-
νεύματος ;


Αστείος  τίτλος  θα  σκεφτούν  πολλοί…Εμπεριέχει  ένα  παιχνίδισμα  των  λέξεων. Και  τι  θέλει  άραγε  να  μας  πει  ο  ποιητής; Μα  φυσικά  τίποτα  παραπάνω  από  το  νόημα  που  προκύπτει εάν  κάποιος  ηθελημένα  τοποθετήσει  καθεμιά  από  τις  λέξεις  του  τίτλου  στην  πραγματική τους  διάσταση. Ίσως  ο  καθένας  μας  να  καταλάβει  πολύ  περισσότερα  αν  κλείσει  τα  μάτια  και  ανατρέξει  στην  ηλικία  των  δεκαοκτώ  ετών, τότε  που  όλη  η  ζωή  ήταν  μπροστά  και  ο  ίδιος  καλούνταν  να  αποφασίσει  εάν  η  μόρφωση  που  του  εξασφάλισαν  οι  - μέχρι  τότε - διακόσιοι  δεκαέξι  μήνες  της  ύπαρξής  του, τον  οδηγούσαν  με  την  πρέπουσα  μαθηματική  ακρίβεια  στην  καλλιέργεια  ενός  ελεύθερου  πνεύματος  ή  στα  δίχτυα  του  πάντα  σαγηνευτικού  χρηματικού  νεύματος  ή  - στην  ιδανικότερη  των  περιπτώσεων - σε  έναν  εκρηκτικό, αλλά  εσκεμμένα  δυσπρόσιτο , συνδυασμό  των  δύο. 

 
 Άραγε , λοιπόν , είναι  δυνατό  να  κατευθύνει  κανείς  τη  μόρφωσή  του  με  τέτοιο  τρόπο, ώστε  να  του  εξασφαλίζει  ταυτόχρονα  πνεύμα  καλλιεργημένο, ψυχή  που  αναδίδει  πληρότητα  και  λογαριασμούς  με  πολλά  μηδενικά  στην  τράπεζα; « Φυσικά  και  όχι», θα  πουν  οι  περισσότεροι. «Ίσως  ναι», θα  πουν  κάποιοι  πιο  αισιόδοξοι  ή  ονειροπόλοι. Περιέργως, όμως, η  απάντηση  δε  βρίσκεται  κρυμμένη  ούτε  στην  κατάφαση, μα  ούτε  και  στην  άρνηση. Προς  μεγάλη  μας  έκπληξη αυτή  ξεγλιστρά  εύκολα  μέσα  από  τα  μονοπάτια  της  νόρμας , για  να  μας  οδηγήσει  με  μικρά, αλλά  σταθερά  βήματα, στην  αλήθεια  που  έκρυβαν  τα  παραμύθια  των  παιδικών  μας  χρόνων : « Και  ζήσαν  αυτοί  καλά  κι  εμείς  καλύτερα…». Η  απάντηση, λοιπόν, βρίσκεται  σε  αυτή  την  τελευταία  λέξη, που , ντυμένη  γραμματικά  με  το  συγκριτικό  της  μανδύα, τολμά  να  τοποθετεί  την  αξία  της  πραγματικότητας  πιο  ψηλά  από  οποιοδήποτε  φανταστικό  ομοίωμά  της.

Παραμύθια…  πρίγκιπες  και  δράκοι, μάγισσες  και  δάση, όμορφες  κοπέλες  και  κάστρα, μαγικά  αντικείμενα  και  ονειρεμένοι  τόποι … ομορφιές  και  ασχήμιες … χαρές  και  δυστυχίες. Παραμύθια … τα  πρώτα  αλφαβητάρια  στην  πορεία  μας  για  αναζήτηση  της  γνώσης, τα  αλφαβητάρια  της  αθωότητας. Και  η  γνώση  μας  τι είναι; Μια  άμορφη  εύπλαστη  μάζα, που  τα  μικρά  παιδικά  μας  χέρια  την  πλάθουν  απλά  και  γοητευτικά. Όμως ,  καθώς  ο  χρόνος  περνά  και  εμείς  περιδιαβαίνουμε  τις  διάφορες  σχολικές  βαθμίδες, αποκτά  όλο  και  πιο  συγκεκριμένη  μορφή, κοινή  για  τους  περισσότερους  και  κοινωνικά  κατευθυνόμενη  με  τέτοιο  τρόπο, ώστε  να  προσελκύει  χαρτονομίσματα  των  είκοσι, των  πενήντα, των  εκατό  ή  των  πεντακοσίων  ευρώ.

Τι  σημαίνουν  όλα  αυτά  με  απλά  λόγια; Ότι  ουσιαστικά  το  κοινωνικό  σύστημα, όπως  έχει  διαμορφωθεί  τα  τελευταία  χρόνια, μας  μαθαίνει  να  αποκτούμε  επιλεκτικά  μόνο  όσες  γνώσεις  μάς  είναι  χρήσιμες, για  να  εξασφαλίσουμε  στο  μέλλον  μια  καλή  δουλειά  με  όσο  το  δυνατόν  περισσότερα  χρήματα, ώστε  το  απόλυτο  καταναλωτικό  πρότυπο  της  σύγχρονης  εποχής  να  ενισχύεται  ολοένα  και  περισσότερο  μέσω  των  αγορών  που  πραγματοποιούμε  σε  προϊόντα, τα  οποία  σε  αρκετές  περιπτώσεις  δε  μας  είναι  απαραίτητα· παράλληλα  γιγαντώνεται  μέσα  μας  μια  ψευδής  αίσθηση  πρόσκαιρης  ικανοποίησης  και  η  ψευδαίσθηση  μιας  υπαρξιακής  ανωτερότητας. Στο  βωμό  όλων  αυτών  απορρίπτουμε  εν τέλει , και  με  μεγάλη  ευκολία μάλιστα, γνώσεις  που  δε  θα  μας  χρειαστούν  στην επαγγελματική  μας  πορεία. Όλα  πρέπει  να  είναι  πρακτικά, να  περιστρέφονται  γύρω  από  την  ορατή  πραγματικότητα  και  να  σχετίζονται  με  αυτά  τα  ευρέως – σε  μπλε, πράσινο, κίτρινο  ή  μωβ  χρώμα – διαδεδομένα  «χαρτάκια»  που  καθορίζουν  την  αξία  μας  και  την  κοινωνική  μας  θέση. 

Σκεφτείτε  λίγο  το  εξής… Όλοι  θεωρούν  πως  τα  Μαθηματικά , η  Φυσική  και  η  Έκφραση – Έκθεση είναι  θεμελιώδη  μαθήματα  στο  σχολείο. Κανείς  δεν  αμφισβητεί  την  αξία  τους  και  πράγματι  τα  παιδιά  οφείλουν  να  τα  διδάσκονται, διότι  ωφελούνται  ποικιλοτρόπως. Ωστόσο, δεν  είναι  περίεργο  που  ούτε  μία  φορά  δεν  έχει  ακουστεί  από  κανέναν  και  από  πουθενά  η  ερώτηση  «Γιατί  να  μαθαίνουμε  τα  Μαθηματικά  ή  τη  Φυσική ή  την  Έκφραση – Έκθεση ;» ; Μια  τέτοια  ερώτηση  θα  ήταν  πλήρως  ακατανόητη  και  θα  αποτελούσε  σκάνδαλο. Αντιθέτως, τα  Αρχαία  Ελληνικά  και  η  διδασκαλία  τους  τίθενται  συχνά  υπό  αμφισβήτηση  τόσο  από  τους  ίδιους  τους  μαθητές, όσο  και  - προσφάτως - από  βουλευτές. Γιατί  άραγε  υπάρχει  αυτή  η  διάκριση;

Η  απάντηση  είναι  εύκολη  αν  αναλογιστούμε  ότι  Μαθηματικά, Φυσική και Έκφραση – Έκθεση  καλύπτουν  πλήρως  και  επαρκώς  τις  ολοένα  αυξανόμενες  απαιτήσεις  μιας  ανθρωπότητας  που  θέλει  να  εξελίσσεται  ταχέως. Πράγματι, τα  Μαθηματικά  υπηρετούν  πολλές  πτυχές  της  κοινωνίας  μας, που  σε  κάθε  της  βήμα  εμπερικλείει  αριθμούς: οι  μισθοί, τα  δάνεια, οι  καθημερινές  συναλλαγές, η  ένταξή  μας  στα  ταμεία  ασφάλισης, οι  ταυτότητες, οι  πιστωτικές  κάρτες, όλα  στελεχώνονται  με  μαθηματικά  σύμβολα. Ακόμα  και  εμείς  οι  ίδιοι  δεν  είμαστε  τίποτα  άλλο  παρά  καταγεγραμμένοι  αριθμοί  σε  δημόσιες  υπηρεσίες.


Από  την  άλλη  πλευρά, και  η  Φυσική  ως  μάθημα  συντελεί  ώστε  να  κατανοήσουμε  τον  ορατό  κόσμο  γύρω  μας  και  να  ερμηνεύσουμε  τα  διάφορα  φαινόμενα  που  συναντάμε. Άλλωστε  η  Φυσική (αλλά  και  τα  Μαθηματικά) απάλλαξαν  τον  άνθρωπο  από  δεισιδαιμονίες  και  παιδιάστικες  αντιλήψεις , που  συνέδεαν  τα  διάφορα  φυσικά  φαινόμενα  με  τις  συναισθηματικές  μεταβολές  των  εκάστοτε  λατρευόμενων  θεοτήτων. Έτσι, και  οι  δυο  αυτοί  κλάδοι  συνέβαλαν  ουσιαστικά  στην  ανθρώπινη  εξέλιξη.

Αυτή  η  συνεχής  πρόοδος, ωστόσο, δε  θα  υφίστατο  χωρίς  την  ύπαρξη  του  γλωσσικού  συστήματος  και  κυρίως  της  προφορικής  και  γραπτής  ομιλίας, η  οποία  εξυπηρετεί  πρωτίστως  τις  καθημερινές  συναναστροφές  και, χωρίς  την  ύπαρξη  της  οποίας, δεν  υπάρχει  επικοινωνία – κατ’ επέκταση  δε  θα  μπορούν  να  υπάρχουν  οργανωμένες  κοινωνίες. Επομένως, ο  ρόλος  της  Έκφρασης – Έκθεσης  ως  μαθήματος  στα  σχολεία  είναι  πρωταρχικός.

Σταδιακά, λοιπόν, και αν λάβουμε υπόψη  το   τι  θεωρείται  θεμελιώδες  στη  διδασκαλία  των  παιδιών  μας, καταλήγουμε  στο  συμπέρασμα  ότι  έχουμε  φτάσει  στην  εποχή  του  ορθολογισμού, στην  οποία  κάθε  κράτος  φαινομενικά  ενδιαφέρεται  για  την  πνευματική  εξέλιξη  των  πολιτών  του, αλλά  στην  πραγματικότητα  περιορίζει  τις  γνώσεις  του  ανθρώπινου  γένους  σε  ν ο η τ ι κ ό  επίπεδο , εμποδίζοντάς  τες  να  προσλάβουν  το  πρόθημα  δια- , ώστε  να  περάσουν  στην  αντίπερα  όχθη, δηλαδή  στο  δ ι α ν ο η τ ι κ ό  επίπεδο. Επομένως,  στα  πλαίσια  μιας  ορθολογιστικής  εποχής, γιατί  να  υφίσταται  στα  σχολικά  προγράμματα  η  εκμάθηση  μιας  γλώσσας , όπως  είναι  τα  Αρχαία  Ελληνικά,  που  θεωρείται  νεκρή  και  που  δεν  μπορεί  να  προσφέρει  τίποτα  όσον  αφορά  μια  μελλοντική  επαγγελματική  αποκατάσταση, η  οποία  θα  υπόσχεται  πολλά «χαρτάκια» σε  διάφορα  χρώματα;

Όλοι  οι  διανοούμενοι, άλλωστε, των  αρχαίων  κοινωνιών  δεν  έκαναν  τίποτα  άλλο  από  το  να  φιλοσοφούν  για  τη  ζωή, την  κοινωνία, τον  κόσμο  που  τους  περιέβαλε  και  τον  αντίκτυπο  που  είχε  το  θείο  στη  ζωή  τους. Ανόητα  πράγματα, χρονοβόροι  στοχασμοί  και  ανούσιες  θεωρίες  για  μια  κοινωνία  όπως  η  σημερινή, που  μονίμως  κυνηγάει  το  χρόνο  και  πάντα  βρίσκεται  χιλιόμετρα  πίσω  του. Ποιος  νοιάζεται  για  τα  μίση  και  τα  πάθη  των  τραγωδιών, τους  γεμάτους  βερμπαλισμούς  λόγους  των  ρητόρων  και  τις  φιλοσοφικές  εξάρσεις  των  στοχαστών, τις  θρησκευτικές  αναζητήσεις  και  τις  διδαχές  περί  του  ηθικού, όταν  ο  μέσος  άνθρωπος  τρέχει 
να  εξασφαλίσει « τὸν  ἄρτον  ἡμῶν  τὸν  ἐπιούσιον», αλλά  και  να  ικανοποιήσει  τις  ολοένα  αυξανόμενες  ανάγκες  που  του  δημιουργούν  καθημερινώς  οι  κοινωνικές  εξελίξεις;

Και  όμως … Ειδικά  σήμερα, όλα  όσα  εμπερικλείουν  τα  αρχαία  κείμενα, θα  έπρεπε  να  μας  αγγίζουν  περισσότερο  από  ποτέ. Διότι  μέσα  τους  ενέχουν  σπέρματα  της  ίδιας  της  ανθρώπινης  ύπαρξης, εκφράζουν  ποικίλους – πάντοτε  επίκαιρους – προβληματισμούς  της  φύσης  μας  και, χωρίς  να  οδηγούν  σε  κάποιο  συγκεκριμένο  συμπέρασμα, αφήνουν  ἐν  λευκῷ στις  επόμενες  γενιές  τη  δυνατότητα  να  συμπληρώσουν  τη  συνέχεια  της  ανθρώπινης  σκέψης, αμφισβητώντας  ή  επιδοκιμάζοντας  τις  προγενέστερες  θέσεις. Και  τότε, ως  εκ  θαύματος, μέσα  από  την  αμφισβήτηση  εμφανίζονται  οι  πρώτοι  καρποί  της  γνώσης.   

Αντιστρέφοντας, λοιπόν, το  ερώτημα  και  αφήνοντας  κατά  μέρος  τις  ρητορικές  εξάρσεις, θα  θέσω  την  απορία : «Γιατί  να  μη  διδάσκονται  τα  παιδιά  μας  Αρχαία  Ελληνικά;». Θα  επιλέξω, επίσης, να  απαντήσω  με  ορθολογιστικά  επιχειρήματα, όπως  το  επιβάλλει  το  σύγχρονο  μοντέλο  σκέψης, και  θα  πω  το  εξής: πως  όχι  μόνο  δε  θα  έπρεπε  να  υπάρχει  ενδοιασμός  ως  προς  τη  διδασκαλία  τους, αλλά  αντιθέτως, οφείλει  να  θεωρηθεί  επιτακτική  η  μελέτη  τους  από  τα  παιδιά. Διότι  δεν  είναι  μια  νεκρή  γλώσσα, αλλά  ένα  προγενέστερο  στάδιο  στην  πορεία  εξέλιξης  της  τόσο  ζωντανής  μας  γλώσσας, που  κατόρθωσε  ανά  τους  αιώνες  να διατηρήσει  αδιάσπαστη  τη  συνέχεια  της. Επιπλέον, γιατί  στα  κείμενα  των  αρχαίων  συγγραφέων  μπορούμε  να  ανακαλύψουμε  και  προσωπικούς  μας  προβληματισμούς, να  κρίνουμε, να  αμφισβητήσουμε  ή  να  επιδοκιμάσουμε – με  λίγα  λόγια  δηλαδή – να  καλλιεργήσουμε  το  νου  μας. Τελικά, περνώντας  μέσα  από  πολυποίκιλες  διανοητικές  διεργασίες, θα  καταλήξουμε  στη  γνώση  του  εαυτού  μας, των  γύρω  μας, του  κόσμου.

Και  εδώ  κρύβεται  το  μυστικό  της  προσωπικής  ολοκλήρωσης  όλων  όσοι  επιλέγουν  να  κάνουν  επάγγελμα  αυτό  που  αγαπούν  και  όχι  αυτό  που  λογίζεται  ως  κοινωνικά  καταξιωμένο  ή  σαφώς  προσοδοφόρο. Φυσικά  δεν  αποκλείεται  ένα  επάγγελμα  που  μας  ευχαριστεί, να  μας  αποφέρει  και  μεγάλο  κέρδος.  Σ΄ αυτή  την  περίπτωση  είμαστε  ευλογημένοι. Αλλά  και  στην  περίπτωση  που  δεν  έχουμε  το  χρηματικό  αποτέλεσμα  που  περιμέναμε, και  πάλι  είμαστε  ευχαριστημένοι, γιατί  κάνουμε  αυτό  που  μας  προσφέρει  ψυχική  ευφορία. Και  εκεί  βρίσκεται  το  μεγαλύτερο  κέρδος  μας.

Γι΄ αυτό  όλα  τα  μαθήματα, θετικά  ή  θεωρητικά, όλα  ανεξαιρέτως , μας  οδηγούν   στη  γνώση  και  μας  δίνουν  την  ελευθερία  να  επιλέξουμε  αυτό  που  κάνει  περισσότερο  την  κάρδια  μας  να  σκιρτά  από  χαρά  και  αγαλλίαση. Ακολουθώντας, λοιπόν, το  παράδειγμα  του  Οδυσσέα  και  εμείς, ας  παραμερίσουμε  τις  Σειρήνες  της  ταχύρρυθμης  και  κερδοσκοπικής  κοινωνίας  μας  και  ας  οδηγήσουμε  το  καράβι  μας  στην  ασφαλή  πατρίδα  της  καρδιάς  μας, έστω  και  αν  χρειαστεί  να  περάσουμε  από  ταραχώδεις  θάλασσες. Άλλωστε  τα  πιο  ωραία  πράγματα  στη  ζωή  είναι  αυτά  που  διεκδικείς  με  κόπο!
  
           Συντάκτης: Κυριακή Μ. Βασάλου, φιλόλογος 

                                                   

                                             

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου